Μικρές διαδρομές | Τα υπαίθρια μανάβικα της Καλαμπάκας

Χρόνια τώρα, σε ένα δρόμο που ταξιδεύουν άνθρωποι από κάθε γωνιά του κόσμου, κάτοικοι των γύρω χωριών, επισκέπτες, τουρίστες, μεταφορείς προϊόντων ελάχιστα έχουν αλλάξει. Ένας δρόμο που τυλίγεται σαν φίδι γύρω από τους βραχώδεις πρόποδες των Μετεώρων, που διαπερνά τα δάση πλατάνων, που κινείται παράλληλα με το κελαριστό νερό του ποταμού.
Ο δρόμος της Καλαμπάκας – Ιωαννίνων. Για την ακρίβεια ο δρόμος πλέον που μας συνδέει με την Εγνατία προς δύο κατευθύνσεις και προς Γρεβενά και προς Ιωάννινα. Ένας δρόμος που δεν θυμίζει σε καμία περίπτωση εθνική οδό, αλλά που έχει κάλλη και μοναδικές γωνιές που μπορούμε να διαφυλάξουμε και πρέπει με κάθε τρόπο. Από αυτές είναι και τα υπαίθρια μανάβικα. Μικρές παράγκες που εδώ και χρόνια, συντηρούν αγρότες της περιοχής με τοπικά προϊόντα με μεράκι και αγάπη.
Κάθε λίγα μέτρα συναντά και από κάποια. Χρωματιστές, με ήλιο και ζέστη, με χειμώνα καιρό, με φρούτα εποχής, λουλούδια, φορτωμένα με τον κόπο των καλλιεργητών, θυμίζουν ακόμη και σήμερα μια άλλη εποχή ταιριαστή ευτυχώς ακόμη με το περιβάλλον. Τα μάτια τους έχουν δει πολλά. Φύλακες του δρόμου που σκοτεινιάζει νωρίς πλέον και που με τα φώτα τους δείχνουν στους οδηγούς μια μαρτυρία φιλοξενίας κι ένα μήνυμα… «Μην ανησυχείς είμαστε εδώ ακόμη».
Κάπως έτσι, σαφώς διαφορετικά από τα απρόσωπα μαγαζιά των εθνικών, χωρίς καμία άνεση αντίστοιχη αλλά πάντα με την πρόθεση να εξυπηρετήσουν, να ζεστάνεις για λίγο την κρύα διαδρομή από το Νοέμβρη κι έπειτα, να γευτείς μήλα και φρούτα από το Μηλότοπο ή αλλιώς φάρμα, να αγοράσεις μια κολοκύθα και ένα κέρασμα γλυκό του κουταλιού.
Μιλώντας με το ζεύγος Ευθυμίου για παράδειγμα από το Καστράκι, ηλικιωμένοι αλλά νέοι και αποφασισμένοι να μείνουν εκεί στις θέσεις τους, καταλάβαμε ότι αυτή η όμορφη παράγκα είναι κάτι παραπάνω από ένα μανάβικο. Όταν τους ρωτάμε πόσα χρόνια στέκουν εκεί πουλώντας φρούτα και λαχανικά, δύσκολα πλέον θυμούνται. Οι καιροί μοιάζουν αμέτρητοι. Πριν χρόνια, τα αυτοκίνητα σταματούσαν το ένα μετά το άλλο. Κάθε Σαββατοκύριακο που γέμιζαν τα γύρω χωριά, εκεί έβρισκε ο κόσμος τα «εφόδιά» του. Πλέον λιγοστεύουν οι ταξιδιώτες, λιγόστεψαν τα χρήματα, έμειναν όμως οι τουρίστες. Μαγεμένοι από τα χρώματα και τη γνήσια τοπική χροιά, σταματούν για να τιμήσουν αυτή την ανοιχτή αγορά στη μέση του πουθενά. Μικρές οάσεις ζωής που ελπίζουμε με κάποιο τρόπο να κρατηθούν ζωντανές μιας και τα χρόνια περνούν, οι άνθρωποι μεγαλώνουν και δύσκολα υπάρχει διαδοχή…